μέσπιλον

μέσπιλον

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "μέσπιλον" в других словарях:

  • μέσπιλον — medlar neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεσπίλοις — μέσπιλον medlar neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεσπίλου — μέσπιλον medlar neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεσπίλων — μέσπιλον medlar neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μέσπιλα — μέσπιλον medlar neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • мушмула — растение Сrаtаеgus руrасаnthа , впервые др. русск. мусмала – то же, Зосима, 1420 г., стр. 29. Через тур. mušmulа – то же из греч. μέσπιλον мушмула ; см. Мi. ЕW 198; ТЕl. 2, 130; Корш, AfslPh 9, 657; Г. Майер, Türk. St. I, 33 …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • El — El, eine Endsylbe vieler Nennwörter, besonders einer großen Menge von Substantiven, welche von einem sehr hohen Alterthume ist, indem sie, obgleich unter allerley zufälligen Abänderungen, fast in allen Europäischen Mundarten angetroffen wird.… …   Grammatisch-kritisches Wörterbuch der Hochdeutschen Mundart

  • Mispel, die — Die Mispel, plur. die n, die Frucht des Mispelbaumes, welcher in dem mittägigen Europa einheimisch ist, von da er auch seinen Nahmen mit zu uns gebracht hat; Mespilus L. Die Frucht ist eine nabelige Beere mit fünf harten Samenkörnern, welche… …   Grammatisch-kritisches Wörterbuch der Hochdeutschen Mundart

  • μέσπιλο — το (Α μέσπιλον) ο καρπός τής μεσπιλιάς, αλλ. μέσκουλο, μούσμουλο αρχ. 1. το φυτό μεσπίλη 2. το φυτό κράταιγος ο αζαρόλος. [ΕΤΥΜΟΛ. Δάνεια λ. άγνωστης προέλευσης. Τη λ. δανείστηκε η Λατινική, πρβλ. λατ. mespilum, a, από όπου το αρχ. άνω γερμ.… …   Dictionary of Greek

  • μεσπίλη — μεσπίλη, ἡ (Α) 1. μεσπιλιά η γερμανική τού Θεοφράστου 2. μεσπίλη η ανθηδών που αναφέρει επίσης ο Θεόφραστος, αλλ. κράταιγος η οξυάκανθα. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. τού μέσπιλον με αλλαγή γένους] …   Dictionary of Greek

  • μεσπιλώδης — μεσπιλώδης, ῶδες (Α) [μέσπιλον] αυτός που είναι όμοιος με μέσπιλο …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»